die Spur
Pronunciation
/ʃpuːɐ̯/

Ορισμός και σημασία του "spur"στα γερμανικά

01

λωρίδα

Ein abgegrenzter Fahrstreifen auf der Straße für Fahrzeuge
die Spur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Spur
πληθυντικός τύπος
Spuren
Παραδείγματα
Die Autos standen lange in der Spur im Stau.
Τα αυτοκίνητα στάθηκαν πολύ ώρα στην λωρίδα στην κίνηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store