der sprengstoff
spreng
ˈʃpʁɛng
shpreng
stoff
ˌʃtɔf
shtawf

Ορισμός και σημασία του "sprengstoff"στα γερμανικά

Der Sprengstoff
01

εκρηκτική ύλη, εκρηκτικό

Eine Substanz, die explodiert und große Zerstörung verursacht 
der Sprengstoff definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Sprengstoffe
γενική πτώση
Sprengstoff(e)s
Παραδείγματα
Der Sprengstoff wurde sicher gelagert. 

Το εκρηκτικό αποθηκεύτηκε με ασφάλεια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store