der spinat
spi
ˈʃpi:
σπι
nat
nat
νατ

Ορισμός και σημασία του "spinat"στα γερμανικά

01

σπανάκι, σπανάκια

ein grünes Blattgemüse, das oft gekocht oder gedünstet wird 
der Spinat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Spinate
γενική πτώση
Spinat(e)s
Παραδείγματα
Meine Kinder finden Spinat ekelhaft, aber ich mag ihn. 

Τα παιδιά μου βρίσκουν το σπανάκι αηδιαστικό, αλλά εμένα μου αρέσει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store