das Spielzeug
Pronunciation
/ˈʃpiːlˌt͡sɔʏk/

Ορισμός και σημασία του "spielzeug"στα γερμανικά

Das Spielzeug
[gender: neuter]
01

παιχνίδι, παιχνίδι

Ein Gegenstand, mit dem Kinder spielen
das Spielzeug definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Spielzeug(e)s
πληθυντικός τύπος
Spielzeuge
Παραδείγματα
Spielzeuge können aus Holz oder Plastik sein.
Τα παιχνίδια μπορούν να είναι από ξύλο ή πλαστικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store