das spielzeug
spielzeug
ʃpi:ltsɔʏ̯k
shpiltsawuk

Ορισμός και σημασία του "spielzeug"στα γερμανικά

01

παιχνίδι, παιχνίδι

Ein Gegenstand, mit dem Kinder spielen 
das Spielzeug definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Spielzeuge
γενική πτώση
Spielzeug(e)s
Παραδείγματα
Das Kind hat viele Spielzeuge. 

Το παιδί έχει πολλά παιχνίδια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store