der spieler
spie
ˈʃpi:
σπι
ler
λ
spießer

Ορισμός και σημασία του "spieler"στα γερμανικά

01

παίκτης, παίκτης

Jemand, der bei einem Spiel oder Sport mitmacht 
der Spieler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Spieler
αρσενικό ενικό
Spieler
θηλυκό ενικό
Spielerin
neutral form
Spielende
γενική πτώση
Spielers
Παραδείγματα
Der Spieler schoss ein Tor im Fußballspiel. 

Ο παίκτης σκόραρε ένα γκολ στο ποδοσφαιρικό παιχνίδι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store