Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spielen
01
παίζω, διασκεδάζω
Eine unterhaltsame Aktivität machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
spiele
γ΄ ενικό πρόσωπο
spielt
ενεστώτα μετοχή
spielend
απλός αόριστος
spielte
παθητική μετοχή
gespielt
Παραδείγματα
Kinder spielen im Garten.
Τα παιδιά παίζουν στον κήπο.
02
παίζω, ερμηνεύω
Musik auf einem Instrument machen
Παραδείγματα
Sie spielt Klavier.
Αυτή παίζει πιάνο.
03
παίζω
Eine Rolle im Theater oder Film darstellen
Παραδείγματα
Er spielt Hamlet.
Αυτός παίζει τον Άμλετ.



























