Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Soziologie
[gender: feminine]
01
κοινωνιολογία, κοινωνική επιστήμη
Die Wissenschaft, die das Verhalten von Menschen in Gesellschaften untersucht. Sie analysiert soziale Strukturen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Soziologie
Παραδείγματα
Die Soziologie nutzt verschiedene Forschungsmethoden, um soziale Phänomene zu erklären.
Η κοινωνιολογία χρησιμοποιεί διάφορες ερευνητικές μεθόδους για να εξηγήσει κοινωνικά φαινόμενα.



























