die sorge
sor
ˈzɔʁ
zawr
ge
sorte

Ορισμός και σημασία του "sorge"στα γερμανικά

01

ανησυχία, αγωνία

Gefühl der Angst oder Unsicherheit über etwas 
die Sorge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Sorgen
γενική πτώση
Sorge
Παραδείγματα
Ich mache mir Sorgen um meine Prüfung. 

Ανησυχώ για την εξέτασή μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store