die Sorge
Pronunciation
/ˈzɔʁɡə/

Ορισμός και σημασία του "sorge"στα γερμανικά

01

ανησυχία, αγωνία

Gefühl der Angst oder Unsicherheit über etwas
die Sorge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Sorge
πληθυντικός τύπος
Sorgen
Παραδείγματα
Die wirtschaftliche Lage erfüllt viele mit Sorge.
Η οικονομική κατάσταση γεμίζει πολλούς με ανησυχία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store