Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Sonntag
[gender: masculine]
01
Κυριακή, ημέρα του Κυρίου
Der siebte Tag der Woche, zwischen Samstag und Montag
Παραδείγματα
Der Sonntag ist sonnig.
Η Κυριακή είναι ηλιόλουστη.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Κυριακή, ημέρα του Κυρίου