der Sonntag
Pronunciation
/ˈzɔntaːk/

Ορισμός και σημασία του "sonntag"στα γερμανικά

01

Κυριακή, ημέρα του Κυρίου

Der siebte Tag der Woche, zwischen Samstag und Montag
der Sonntag definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Sonntag(e)s
πληθυντικός τύπος
Sonntage
Παραδείγματα
Der Sonntag ist sonnig.
Η Κυριακή είναι ηλιόλουστη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store