Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Sonderangebot
01
ειδική προσφορά, προσφορά
Ein Produkt, das für kurze Zeit günstiger angeboten wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Sonderangebote
γενική πτώση
Sonderangebot(e)s
Παραδείγματα
Im Supermarkt gibt es heute viele Sonderangebote.
Στο σούπερ μάρκετ υπάρχουν πολλές ειδικές προσφορές σήμερα.
LanGeek



























