das sofa
so
ˈso:
σο
fa
fa
φα
sofia

Ορισμός και σημασία του "sofa"στα γερμανικά

01

καναπές, σαλόνι

Ein großes, gepolstertes Sitzmöbel für mehrere Personen 
das Sofa definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Sofas
γενική πτώση
Sofas
Παραδείγματα
Das Sofa steht im Wohnzimmer. 

Ο καναπές βρίσκεται στο σαλόνι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store