snowboarden
Pronunciation
/snˈəʊbɔːdən/

Ορισμός και σημασία του "snowboarden"στα γερμανικά

snowboarden
01

κάνω σνόουμπορντ, ασχολούμαι με το σνόουμπορντ

Ein Wintersport, bei dem man auf einem Brett einen verschneiten Hang hinunterfährt
snowboarden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
snowboarde
γ΄ ενικό πρόσωπο
snowboardet
ενεστώτα μετοχή
snowboardend
απλός αόριστος
snowboardete
παθητική μετοχή
gesnowboardet
Παραδείγματα
Sie liebt es, im Winter zu snowboarden.
Της αρέσει να κάνει snowboard το χειμώνα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store