der smalltalk
small
ˈʃmɔ:l
shmawl
talk
tɔ:k
tawk
Small Talk

Ορισμός και σημασία του "smalltalk"στα γερμανικά

01

ελαφριά συζήτηση, κουβέντα

Ein lockeres, ungezwungenes Gespräch über allgemeine Themen 
der Smalltalk definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Smalltalks
γενική πτώση
Smalltalks
Παραδείγματα
Beim Empfang gab es viel Smalltalk über das Wetter. 

Στην υποδοχή, υπήρχε πολύ small talk για τον καιρό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store