Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Skript
01
σενάριο, σκριπτ
Der schriftliche Text für Filme, Theaterstücke oder Computerprogramme mit genauen Anweisungen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Skripte(n)
γενική πτώση
Skript(e)s
Παραδείγματα
Die Schauspieler lernen ihr Skript auswendig.
Οι ηθοποιοί αποστηθίζουν το σενάριο τους.



























