die sichtweise
sichtweise
zɪçtvaɪ̯zə
zichtvaizē

Ορισμός και σημασία του "sichtweise"στα γερμανικά

Die Sichtweise
01

die Art, wie jemand eine Sache sieht oder beurteilt , -

γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Sichtweisen
γενική πτώση
Sichtweise
Παραδείγματα
Aus meiner Sichtweise ist diese Entscheidung richtig. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sichtweise

sicht

+

weise

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store