Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
selbstbewusst
01
με αυτοπεποίθηση, αυτοβέβαιος
Mit Selbstvertrauen und innerer Sicherheit auftretend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am selbstbewusstesten
συγκριτικός βαθμός
selbstbewusster
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ein selbstbewusster Mensch hat keine Angst vor Herausforderungen.
Ένα άτομο με αυτοπεποίθηση δεν φοβάται τις προκλήσεις.
Λεξικό Δέντρο
selbstbewusst
selbst
bewusst



























