selbstbewusst
selbst
ˈzɛlpst
zelpst
be
wusst
vʊst
voost

Ορισμός και σημασία του "selbstbewusst"στα γερμανικά

selbstbewusst
01

με αυτοπεποίθηση, αυτοβέβαιος

Mit Selbstvertrauen und innerer Sicherheit auftretend 
selbstbewusst definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am selbstbewusstesten
συγκριτικός βαθμός
selbstbewusster
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ein selbstbewusster Mensch hat keine Angst vor Herausforderungen. 

Ένα άτομο με αυτοπεποίθηση δεν φοβάται τις προκλήσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store