Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
selber
01
ο ίδιος, προσωπικά
Betont, dass jemand etwas persönlich tut oder etwas direkt zu ihm gehört
Παραδείγματα
Die Kinder haben selber gegessen.
Τα παιδιά έφαγαν μόνα τους.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ο ίδιος, προσωπικά