Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sein lassen
[past form: ließ sein]
01
σταματώ, αφήνω
Eine Tätigkeit oder einen Zustand bewusst beenden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
sein
βασικό ρήμα
lassen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lasse sein
γ΄ ενικό πρόσωπο
lässt sein
ενεστώτα μετοχή
sein lassend
απλός αόριστος
ließ sein
παθητική μετοχή
sein gelassen
Παραδείγματα
Ich habe es sein lassen, nach dem Unfall Auto zu fahren.
Το άφησα να είναι να οδηγώ αυτοκίνητο μετά το ατύχημα.



























