Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sein lassen
01
σταματώ, αφήνω
Eine Tätigkeit oder einen Zustand bewusst beenden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
sein
βασικό ρήμα
lassen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lasse sein
γ΄ ενικό πρόσωπο
lässt sein
ενεστώτα μετοχή
sein lassend
απλός αόριστος
ließ sein
παθητική μετοχή
sein gelassen
Παραδείγματα
Du solltest das Rauchen sein lassen.
Θα έπρεπε να σταματήσεις το κάπνισμα.



























