sein las­sen
sein
saɛ̯n
saen
las­sen
lasn
lasn
sein­las­sen

Ορισμός και σημασία του "sein las­sen"στα γερμανικά

sein las­sen
01

σταματώ, αφήνω

Eine Tätigkeit oder einen Zustand bewusst beenden 
sein las­sen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
sein
βασικό ρήμα
lassen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lasse sein
γ΄ ενικό πρόσωπο
lässt sein
ενεστώτα μετοχή
sein lassend
απλός αόριστος
ließ sein
παθητική μετοχή
sein gelassen
Παραδείγματα
Du solltest das Rauchen sein lassen. 

Θα έπρεπε να σταματήσεις το κάπνισμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store