die seide
seide
saɛ̯d̥ə
saedē
seiteseife

Ορισμός και σημασία του "seide"στα γερμανικά

01

μετάξι, μεταξωτό ύφασμα

Ein feines, glänzendes Gewebe, das aus den Fasern von Seidenraupen hergestellt wird 
die Seide definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Seiden
γενική πτώση
Seide
Παραδείγματα
Ihr Kleid ist aus teurer Seide. 

Το φόρεμά της είναι από ακριβό μετάξι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store