die schwägerin
schwä
ˈʃvɛ:
σβε
ge
γκα
rin
ʁɪn
ριν

Ορισμός και σημασία του "schwägerin"στα γερμανικά

Die Schwägerin
01

κουνιάδα, κουνιάδα

Die Schwester des Ehepartners oder die Ehefrau des Bruders 
die Schwägerin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Schwägerinnen
αρσενικό ενικό
Schwager
θηλυκό ενικό
Schwägerin
γενική πτώση
Schwägerin
Παραδείγματα
Meine Schwägerin lebt in einer anderen Stadt. 

Η κουνιάδα μου ζει σε μια άλλη πόλη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store