das schwein
schwein
ʃvaɪn
σβαιν
schein

Ορισμός και σημασία του "schwein"στα γερμανικά

01

γουρούνι, χοίρος

Ein Tier, das für Fleisch gezüchtet wird 
das Schwein definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Schweine
αρσενικό ενικό
Eber
θηλυκό ενικό
Sau
neutral form
Schwein
γενική πτώση
Schwein(e)s
Παραδείγματα
Das Schwein lebt auf dem Bauernhof. 

Ο χοίρος ζει στο αγρόκτημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store