die Schulden
Pronunciation
/ˈʃʊldn̩/

Ορισμός και σημασία του "schulden"στα γερμανικά

01

χρέη, χρέη

Geldbeträge, die man jemandem zurückzahlen muss
die Schulden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Schulden
πληθυντικός τύπος
Schulden
Παραδείγματα
Ich will keine Schulden machen.
Δεν θέλω να κάνω χρέη.
schulden
01

χρωστώ, οφείλω

Geld oder etwas anderem verpflichtet sein
schulden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schulde
γ΄ ενικό πρόσωπο
schuldet
ενεστώτα μετοχή
schuldend
απλός αόριστος
schuldete
παθητική μετοχή
geschuldet
Παραδείγματα
Er schuldet dem Staat Steuern.
Αυτός οφείλει φόρους στο κράτος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store