die schulden
schulden
ʃʊldn
shooldn
schulenscheidenschuppenschuften

Ορισμός και σημασία του "schulden"στα γερμανικά

01

χρέη, χρέη

Geldbeträge, die man jemandem zurückzahlen muss 
die Schulden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Schulden
πληθυντικός τύπος
Schulden
Παραδείγματα
Er hat viele Schulden bei der Bank. 

Έχει πολλά χρέη στην τράπεζα.

schulden
01

χρωστώ, οφείλω

Geld oder etwas anderem verpflichtet sein 
schulden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schulde
γ΄ ενικό πρόσωπο
schuldet
ενεστώτα μετοχή
schuldend
απλός αόριστος
schuldete
παθητική μετοχή
geschuldet
Παραδείγματα
Ich schulde dir noch zehn Euro. 

Σου χρωστάω ακόμα δέκα ευρώ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store