der Schuh
Pronunciation
/ʃuː/

Ορισμός και σημασία του "schuh"στα γερμανικά

01

παπούτσι, υπόδημα

Ein Kleidungsstück, das die Füße bedeckt und beim Gehen schützt
der Schuh definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Schuh(e)s
πληθυντικός τύπος
Schuhe
Παραδείγματα
Wo sind meine Sportschuhe?
Πού είναι τα αθλητικά μου παπούτσια;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store