die schnecke
schne
ˈʃnɛ
shne
cke
schlacke

Ορισμός και σημασία του "schnecke"στα γερμανικά

01

σαλιγκάρι, γυμνοσάλιαγκας

Ein kleines Weichtier mit einem spiraligen Gehäuse, das sich langsam fortbewegt 
die Schnecke definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Schnecken
γενική πτώση
Schnecke
Παραδείγματα
Die Schnecke kriecht langsam über den Gartenweg. 

Το σαλιγκάρι σέρνεται αργά στο μονοπάτι του κήπου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store