Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Schnecke
01
σαλιγκάρι, γυμνοσάλιαγκας
Ein kleines Weichtier mit einem spiraligen Gehäuse, das sich langsam fortbewegt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Schnecken
γενική πτώση
Schnecke
Παραδείγματα
Die Schnecke kriecht langsam über den Gartenweg.
Το σαλιγκάρι σέρνεται αργά στο μονοπάτι του κήπου.
LanGeek



























