der Schmuck
Pronunciation
/ʃmʊk/

Ορισμός και σημασία του "schmuck"στα γερμανικά

01

κοσμήματα, στολίδια

Dinge wie Ketten, Ringe oder Ohrringe, die man als Verzierung trägt
der Schmuck definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Schmuck(e)s
Παραδείγματα
Man sollte den Schmuck nicht verlieren.
Δεν πρέπει να χάσει κανείς τα κοσμήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store