Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schminken
01
μακιγιάρωμα, βάζω μακιγιάζ
Farbe oder Kosmetik ins Gesicht auftragen, um das Aussehen zu verändern oder zu verschönern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schminke
γ΄ ενικό πρόσωπο
schminkt
ενεστώτα μετοχή
schminkend
απλός αόριστος
schminkte
παθητική μετοχή
geschminkt
Παραδείγματα
Vor dem Auftritt schminken sich alle Tänzerinnen.
Πριν από την παράσταση, όλες οι χορεύτριες μακιγιάρονται.



























