der schmetterling
schme
ˈʃmɛ
σμε
tter
τ
ling
lɪng
λινγκ

Ορισμός και σημασία του "schmetterling"στα γερμανικά

Der Schmetterling
01

πεταλούδα, λεπιδόπτερο

Ein buntes, fliegendes Insekt mit großen Flügeln 
der Schmetterling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Schmetterlinge
γενική πτώση
schmetterlings
Παραδείγματα
Der Schmetterling fliegt von Blume zu Blume. 

Η πεταλούδα πετάει από λουλούδι σε λουλούδι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store