Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schmetterling
01
πεταλούδα, λεπιδόπτερο
Ein buntes, fliegendes Insekt mit großen Flügeln
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Schmetterlinge
γενική πτώση
schmetterlings
Παραδείγματα
Der Schmetterling fliegt von Blume zu Blume.
Η πεταλούδα πετάει από λουλούδι σε λουλούδι.
LanGeek



























