der schmerz
schmerz
ʃmɛɐ̯ts
shmets
scherz

Ορισμός και σημασία του "schmerz"στα γερμανικά

01

πόνος, ταλαιπωρία

Ein unangenehmes Gefühl im Körper 
der Schmerz definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Schmerzen
γενική πτώση
Schmerzes
Παραδείγματα
Ich habe Schmerzen im Kopf. 

Έχω πόνους στο κεφάλι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store