Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schmecken
01
δοκιμάζω, γευματίζομαι
Etwas essen oder trinken, um den Geschmack zu prüfen
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schmecke
γ΄ ενικό πρόσωπο
schmeckt
ενεστώτα μετοχή
schmeckend
απλός αόριστος
schmeckte
παθητική μετοχή
geschmeckt
Παραδείγματα
Ich möchte die Suppe schmecken.
Θέλω να δοκιμάσω τη σούπα.
02
έχει μια συγκεκριμένη γεύση, είναι ευχάριστο στη γεύση
Einen bestimmten Geschmack haben oder angenehm sein
Intransitive
Παραδείγματα
Die Suppe schmeckt gut.
Η σούπα έχει καλή γεύση.



























