Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schmarotzer
01
παράσιτο, τζαμπατζής
Jemand, der von anderen lebt, ohne selbst etwas beizutragen
Παραδείγματα
Er ist ein Schmarotzer und zahlt nie seine Rechnungen.
Είναι παράσιτο και ποτέ δεν πληρώνει τους λογαριασμούς του.
02
παράσιτο, ζητιάνος
Ein Lebewesen, das auf Kosten eines anderen lebt und ihm schadet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Schmarotzer
θηλυκό ενικό
Schmarotzerin
γενική πτώση
Schmarotzers
Παραδείγματα
Der Schmarotzer lebt auf der Haut des Wirts.
Το παράσιτο ζει στο δέρμα του ξενιστή.
LanGeek



























