schluchzen
schluchzen
ʃlʊxtsn
shlookhtsn
schlucken

Ορισμός και σημασία του "schluchzen"στα γερμανικά

schluchzen
01

κλαίω με λυγμούς, κλαίω ασυγκράτητα

Das laute, unkontrollierte Atmen und Weinen, wenn man traurig ist 
schluchzen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schluchze
γ΄ ενικό πρόσωπο
schluchzt
ενεστώτα μετοχή
schluchzend
απλός αόριστος
schluchzte
παθητική μετοχή
geschluchzt
Παραδείγματα
Das Schluchzen des Kindes war im ganzen Haus zu hören. 

Οι λυγμοί του παιδιού ακούγονταν σε όλο το σπίτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store