Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schluchzen
01
κλαίω με λυγμούς, κλαίω ασυγκράτητα
Das laute, unkontrollierte Atmen und Weinen, wenn man traurig ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schluchze
γ΄ ενικό πρόσωπο
schluchzt
ενεστώτα μετοχή
schluchzend
απλός αόριστος
schluchzte
παθητική μετοχή
geschluchzt
Παραδείγματα
Das Schluchzen des Kindes war im ganzen Haus zu hören.
Οι λυγμοί του παιδιού ακούγονταν σε όλο το σπίτι.



























