Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schluchzen
01
κλαίω με λυγμούς, κλαίω ασυγκράτητα
Das laute, unkontrollierte Atmen und Weinen, wenn man traurig ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schluchze
γ΄ ενικό πρόσωπο
schluchzt
ενεστώτα μετοχή
schluchzend
απλός αόριστος
schluchzte
παθητική μετοχή
geschluchzt
Παραδείγματα
Manchmal hilft Schluchzen, den Schmerz zu verarbeiten.
Μερικές φορές, το κλαίω με λυγμούς βοηθά στην επεξεργασία του πόνου.



























