die schlucht
schlucht
ʃlʊxt
shlookht
schlechtschlichtschlacht

Ορισμός και σημασία του "schlucht"στα γερμανικά

01

φαράγγι, κατάντη

ein schmaler, tiefer Einschnitt im Gebirge oder Land 
die Schlucht definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Schluchten
γενική πτώση
Schlucht
Παραδείγματα
Die Schlucht ist tief. 

Το φαράγγι είναι βαθύ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store