der scheck
scheck
ʃɛk
shek
schreckschockschick

Ορισμός και σημασία του "scheck"στα γερμανικά

01

επιταγή, τραπεζική επιταγή

Ein Papier, mit dem man Geld bezahlt oder bekommt 
der Scheck definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Schecks
γενική πτώση
Schecks
Παραδείγματα
Er hat den Scheck bei der Bank eingezahlt. 

Κατέθεσε την επιταγή στην τράπεζα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store