der Scheck
Pronunciation
/ʃɛk/

Ορισμός και σημασία του "scheck"στα γερμανικά

01

επιταγή, τραπεζική επιταγή

Ein Papier, mit dem man Geld bezahlt oder bekommt
der Scheck definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Schecks
πληθυντικός τύπος
Schecks
Παραδείγματα
Der Scheck wurde heute eingelöst.
Η επιταγή εξαργυρώθηκε σήμερα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store