Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Schaufel
[gender: feminine]
01
φτυάρι, αξίνα
Ein Werkzeug mit einem breiten Blatt, das man zum Heben oder Bewegen von Erde, Sand oder Schnee benutzt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Schaufel
πληθυντικός τύπος
Schaufeln
Παραδείγματα
Die Schaufel ist schwer, weil sie aus Metall ist.
Το φτυάρι είναι βαρύ γιατί είναι κατασκευασμένο από μέταλλο.
02
κουπί, ευρύ κουπί
ein Gerät mit einem breiten Blatt, mit dem man ein Boot im Wasser bewegt
Παραδείγματα
Ohne Schaufel kommt man im Boot nicht weit.
Χωρίς κουπί, δεν θα πας μακριά με τη βάρκα.



























