die sardine
sar
saʁ
σαρ
di
ˈdi:
ντι
ne
να

Ορισμός και σημασία του "sardine"στα γερμανικά

01

σαρίδα, σαλπά

ein kleiner, öliger Schwarmfisch, der oft in Dosen konserviert wird 
die Sardine definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Sardinen
γενική πτώση
Sardine
Παραδείγματα
Sardinen in Öl sind ein klassischer und preiswerter Snack. 

Οι σαυρδέλες σε λάδι είναι ένα κλασικό και οικονομικό σνακ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store