Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Samstag
01
Σάββατο, ημέρα Σαββάτου
Der sechste Tag der Woche, zwischen Freitag und Sonntag
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Samstag(e)s
πληθυντικός τύπος
Samstage
Παραδείγματα
Der Samstag beginnt um 8 Uhr.
Το Σάββατο αρχίζει στις 8 η ώρα.



























