der Samstag
Pronunciation
/ˈzamstaːk/

Ορισμός και σημασία του "samstag"στα γερμανικά

01

Σάββατο, ημέρα Σαββάτου

Der sechste Tag der Woche, zwischen Freitag und Sonntag
der Samstag definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Samstag(e)s
πληθυντικός τύπος
Samstage
Παραδείγματα
Der Samstag beginnt um 8 Uhr.
Το Σάββατο αρχίζει στις 8 η ώρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store