die ruine
ruine
ʁui:nɐ
rooin

Ορισμός και σημασία του "ruine"στα γερμανικά

01

ερείπιο, καταστροφή

Die Überreste eines alten Gebäudes, das beschädigt oder zerstört ist 
die Ruine definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Ruinen
γενική πτώση
Ruine
Παραδείγματα
Die Ruine der alten Burg ist ein beliebtes Ausflugsziel. 

Το ερείπιο του παλιού κάστρου είναι ένας δημοφιλής προορισμός για εκδρομές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store