Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rudern
[past form: ruderte]
01
κωπηλατώ, ασχολούμαι με την κωπηλασία
Eine Sportart oder Aktivität, bei der man ein Boot mit Ruderblättern bewegt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
rudere
γ΄ ενικό πρόσωπο
rudert
ενεστώτα μετοχή
rudernd
απλός αόριστος
ruderte
παθητική μετοχή
gerudert
Παραδείγματα
Ich möchte im Urlaub auf dem See rudern.
Θέλω να κωπηλατήσω στη λίμνη στις διακοπές.



























