rudern
Pronunciation
/ˈʁuːdɐn/

Ορισμός και σημασία του "rudern"στα γερμανικά

rudern
[past form: ruderte]
01

κωπηλατώ, ασχολούμαι με την κωπηλασία

Eine Sportart oder Aktivität, bei der man ein Boot mit Ruderblättern bewegt
rudern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
rudere
γ΄ ενικό πρόσωπο
rudert
ενεστώτα μετοχή
rudernd
απλός αόριστος
ruderte
παθητική μετοχή
gerudert
Παραδείγματα
Ich möchte im Urlaub auf dem See rudern.
Θέλω να κωπηλατήσω στη λίμνη στις διακοπές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store