Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Rucksack
01
σάκος πλάτης, τσάντα πλάτης
Ein Beutel mit Tragegurten, den man auf dem Rücken trägt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Rucksack(e)s
πληθυντικός τύπος
Rucksäcke
Παραδείγματα
Der Rucksack hat viele Taschen.
Ο σάκος πλάτης έχει πολλές τσέπες.



























