der rucksack
rucksack
ʁʊksak
rooksak

Ορισμός και σημασία του "rucksack"στα γερμανικά

01

σάκος πλάτης, τσάντα πλάτης

Ein Beutel mit Tragegurten, den man auf dem Rücken trägt 
der Rucksack definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Rucksack(e)s
πληθυντικός τύπος
Rucksäcke
Παραδείγματα
Er trägt seinen Rucksack zur Schule. 

Κουβαλάει το σάκο του στο σχολείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store