Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Rucksack
01
σάκος πλάτης, τσάντα πλάτης
Ein Beutel mit Tragegurten, den man auf dem Rücken trägt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Rucksäcke
γενική πτώση
Rucksack(e)s
Παραδείγματα
Er trägt seinen Rucksack zur Schule.
Κουβαλάει το σάκο του στο σχολείο.



























