die route
rou
ˈʁu:
roo
te
rauterouge

Ορισμός και σημασία του "route"στα γερμανικά

01

διαδρομή, πορεία

Der Weg oder die Strecke, die man von einem Ort zu einem anderen nimmt 
die Route definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Routen
γενική πτώση
Route
Παραδείγματα
Wir planen die Route für unsere Wanderung. 

Σχεδιάζουμε τη διαδρομή για την πεζοπορία μας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store