Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Route
01
διαδρομή, πορεία
Der Weg oder die Strecke, die man von einem Ort zu einem anderen nimmt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Route
πληθυντικός τύπος
Routen
Παραδείγματα
Bitte folgen Sie der Route auf der Karte.
Παρακαλώ ακολουθήστε τη διαδρομή στον χάρτη.



























