das risiko
ri
ˈʁi:
ri
si
si
si
ko
ko:
ko

Ορισμός και σημασία του "risiko"στα γερμανικά

01

κίνδυνος, ρίσκο

Eine Situation mit möglichen negativen Folgen oder Gefahren 
das Risiko definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Risiken
γενική πτώση
Risikos
Παραδείγματα
Investitionen bringen immer ein gewisses Risiko mit sich. 

Οι επενδύσεις συνεπάγονται πάντα ένα ορισμένο ρίσκο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store