Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Risiko
[gender: neuter]
01
κίνδυνος, ρίσκο
Eine Situation mit möglichen negativen Folgen oder Gefahren
Παραδείγματα
Ohne Risiko gibt es keinen Fortschritt.
Χωρίς ρίσκο, δεν υπάρχει πρόοδος.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κίνδυνος, ρίσκο