der richter
richter
ʁɪçtɐ
richt
dichter

Ορισμός και σημασία του "richter"στα γερμανικά

01

δικαστής, μαγιστράτος

Eine Person, die in einem Gericht Entscheidungen trifft und Recht spricht 
der Richter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Richter
αρσενικό ενικό
Richter
θηλυκό ενικό
Richterin
neutral form
Richter
γενική πτώση
Richters
Παραδείγματα
Der Richter entscheidet über den Fall im Gerichtssaal. 

Ο δικαστής αποφασίζει για την υπόθεση στην αίθουσα του δικαστηρίου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store