Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Revolutionär
01
επαναστάτης, αντάρτης
Jemand, der eine politische oder gesellschaftliche Revolution anführt oder unterstützt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Revolutionärs
πληθυντικός τύπος
Revolutionäre
Παραδείγματα
Der Revolutionär kämpfte für Freiheit und Gerechtigkeit.
Ο επαναστάτης αγωνίστηκε για την ελευθερία και τη δικαιοσύνη.



























