Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
revidieren
[past form: revidierte]
01
επιθεωρώ, ελέγχω
Etwas überprüfen, kontrollieren oder genau untersuchen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
revidiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
revidiert
ενεστώτα μετοχή
revidierend
απλός αόριστος
revidierte
παθητική μετοχή
revidiert
Παραδείγματα
Die Maschine wird alle zwei Jahre revidiert.
Το μηχάνημα αναθεωρείται κάθε δύο χρόνια.
02
αναθεωρώ, τροποποιώ
Eine frühere Entscheidung, Meinung oder ein Dokument ändern oder korrigieren
Παραδείγματα
Die Regierung revidierte den Gesetzentwurf.
Η κυβέρνηση αναθεώρησε το σχέδιο νόμου.



























