Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
revidieren
01
επιθεωρώ, ελέγχω
Etwas überprüfen, kontrollieren oder genau untersuchen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
revidiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
revidiert
ενεστώτα μετοχή
revidierend
απλός αόριστος
revidierte
παθητική μετοχή
revidiert
Παραδείγματα
Der Techniker wird die Anlage morgen revidieren.
Ο τεχνικός θα επανεξετάσει τη συσκευή αύριο.
02
αναθεωρώ, τροποποιώ
Eine frühere Entscheidung, Meinung oder ein Dokument ändern oder korrigieren
Παραδείγματα
Das Gericht revidierte sein Urteil.
Το δικαστήριο αναθεώρησε την απόφασή του.



























