Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
respektvoll
01
σεβαστός, με σεβασμό
Eine Haltung oder ein Verhalten, das Achtung und Wertschätzung gegenüber anderen Personen zeigt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am respektvollsten
συγκριτικός βαθμός
respektvoller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
In einer Diskussion ist es wichtig, respektvoll zu bleiben.
Σε μια συζήτηση, είναι σημαντικό να παραμένεις σεβαστικός.
Λεξικό Δέντρο
respektvoll
respekt
voll



























