Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
respektvoll
01
σεβαστός, με σεβασμό
Eine Haltung oder ein Verhalten, das Achtung und Wertschätzung gegenüber anderen Personen zeigt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am respektvollsten
συγκριτικός βαθμός
respektvoller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ein respektvolles Verhalten fördert ein gutes Arbeitsklima.
Η σεβαστή συμπεριφορά προωθεί ένα καλό κλίμα εργασίας.
Λεξικό Δέντρο
respektvoll
respekt
voll



























