Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Regenschirm
01
ομπρέλα, αλεξιβρόχιο
Ein tragbares Gerät mit einem Gestell und Stoffüberzug, das vor Regen schützt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Regenschirme
γενική πτώση
Regenschirm(e)s
Παραδείγματα
Vergiss nicht, deinen Regenschirm mitzunehmen!
Μην ξεχάσεις να πάρεις την ομπρέλα σου!
LanGeek



























