Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Regenschirm
[gender: masculine]
01
ομπρέλα, αλεξιβρόχιο
Ein tragbares Gerät mit einem Gestell und Stoffüberzug, das vor Regen schützt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Regenschirm(e)s
πληθυντικός τύπος
Regenschirme
Παραδείγματα
Ich habe meinen Regenschirm im Café liegen lassen.
Άφησα την ομπρέλα μου στο καφέ.



























