der Regen
Pronunciation
/ˈʁeːɡən/

Ορισμός και σημασία του "regen"στα γερμανικά

01

βροχή, κατακρήμνιση

Wasser, das vom Himmel fällt
der Regen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Regens
Παραδείγματα
Wir bleiben zuhause, weil es regnet.
Μένουμε σπίτι γιατί βρέχει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store