Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Regelwerk
01
κανόνες, κανονισμός
Eine strukturierte Sammlung von Regeln oder Vorschriften für einen bestimmten Bereich
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Regelwerke
γενική πτώση
Regelwerk(e)s
Παραδείγματα
Das Regelwerk des Vereins wurde aktualisiert.
Ο κανονισμός του συλλόγου ενημερώθηκε.
LanGeek



























