Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Raute
[gender: feminine]
01
ρόμβος, ρομβοειδές σχήμα
Eine geometrische Figur mit vier gleich langen Seiten, deren gegenüberliegende Winkel gleich groß sind
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Raute
πληθυντικός τύπος
Rauten
Παραδείγματα
Kinder lernen Raute als eine Grundform kennen.
Τα παιδιά μαθαίνουν τον ρόμβο ως βασικό σχήμα.



























