die raute
rau
ˈʁaʊ̯
ραου
te
τα
rauperouteratte

Ορισμός και σημασία του "raute"στα γερμανικά

01

ρόμβος, ρομβοειδές σχήμα

Eine geometrische Figur mit vier gleich langen Seiten, deren gegenüberliegende Winkel gleich groß sind 
die Raute definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Rauten
γενική πτώση
Raute
Παραδείγματα
Das Verkehrsschild hat eine gelbe Raute. 

Η πινακίδα κυκλοφορίας έχει ένα κίτρινο ρόμβο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store