das rauschgift
rauschgift
ʁaʊ̯ʃgɪft
ραουσγκιφτ

Ορισμός και σημασία του "rauschgift"στα γερμανικά

Das Rauschgift
01

ναρκωτικό, ψυχοτρόπο ουσία

Eine illegale oder süchtig machende Substanz, die Bewusstseinsveränderungen hervorruft 
das Rauschgift definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
rauschgifte
γενική πτώση
rauschgift(e)s
Παραδείγματα
Der Handel mit Rauschgift ist streng verboten. 

Το εμπόριο ναρκωτικών απαγορεύεται αυστηρά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store